Ευκαιρία να γίνει η Θεσσαλονίκη μία πράσινη, ευρωπαϊκή μητρόπολη
Η Θεσσαλονίκη δεν είναι καταδικασμένη να παραμείνει μία κλασική τσιμεντούπολη, με ελάχιστο πράσινο, επιβαρημένη ατμόσφαιρα και χαμηλό επίπεδο ζωής, με μοναδική σωτηρία της το περιαστικό δάσος του Σέιχ Σου και το Θερμαϊκό Κόλπο. Όπως εξηγούν σήμερα στη “Μ” ειδικοί και εκπρόσωποι περιβαλλοντικών οργανώσεων – απηχώντας την πάγια θέση αυτής της εφημερίδας – η Θεσσαλονίκη έχει τη χρυσή ευκαιρία να αξιοποιήσει τη μετεγκατάσταση της ΔΕΘ και, σε συνδυασμό με άλλες παρεμβάσεις, να αποκτήσει τις “πράσινες” υποδομές που συνάδουν με ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκού τύπου αστικό κέντρο του 21ου αιώνα.
Η μετατροπή του χώρου όπου φιλοξενείται σήμερα η ΔΕΘ σε μητροπολιτικό πάρκο είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο δεν αποτελεί πανάκεια. Η μετατροπή των εγκαταλειμμένων στρατοπέδων σε χώρους πρασίνου, η συνένωση των περιαστικών δασών, η δημιουργία ζωνών πρασίνου που θα θωρακίζουν την πόλη από τους ρύπους της βιομηχανικής περιοχής, είναι ορισμένες πρόσθετες, εφικτές και αναγκαίες λύσεις, τις οποίες καταθέτουν στη “Μ” οι οικολογικές οργανώσεις και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Την ίδια στιγμή, απαιτείται εγρήγορση για την προστασία των υφιστάμενων οάσεων πρασίνου της πόλης, με τη λήψη προληπτικών μέτρων. Πρέπει να προστατευθούν από πυρκαγιές, καταπατήσεις, αλλά και από την υποβάθμιση των δέντρων, από ασθένειες και άλλες αιτίες.
Το κράτος και οι εκπρόσωποί του σε όλα τα επίπεδα διοίκησης ασφαλώς φέρουν τη βασική ευθύνη για την ικανοποίηση της απαίτησης των πολιτών της Θεσσαλονίκης να αλλάξει πρόσωπο η πόλη. Την ίδια στιγμή όμως, υπάρχουν δυνατότητες παρέμβασης και σε ατομικό επίπεδο, με πρωτοβουλίες όπως οι “πράσινες” ταράτσες. Όπως τονίζει όμως ο καθηγητής Θεοχάρης Ζάγκας “καλό θα ήταν πρώτα να ασχοληθούμε με το έδαφος και κατόπιν με τις ταράτσες. Να προσέχουμε, σε πρώτη φάση, το δέντρο ή το θάμνο που βρίσκεται έξω από το σπίτι μας. Αυτή μπορεί να είναι η συμβολή του καθένα προσωπικά”. Προσυπογράφουμε.
Αναγκαία η δημιουργία δικτύων πρασίνου
Του Θεοχάρη Ζάγκα, αντιπρόεδρου του Σωματείου Φίλων Πρασίνου Θεσσαλονίκης, αναπληρωτή καθηγητή του τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ
Στη Θεσσαλονίκη αντιστοιχούν λίγο πάνω από 2 τετραγωνικά μέτρα πρασίνου ανά κάτοικο, ποσοστό ιδιαίτερα χαμηλό, αν αναλογιστεί κανείς ότι, σύμφωνα με τα πρότυπα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, η ελάχιστη αναλογία υπολογίζεται σε 8-10 τετραγωνικά μέτρα ανά κάτοικο, και αυτό συστηματικά προσεγμένο και όχι αφημένο στην τύχη του.
Βέβαια, υπάρχουν πόλεις στην Ευρώπη, όπου η αναλογία είναι από 50 μέχρι 80 ή 90 τετραγωνικά μέτρα ανά κάτοικο. Τέτοιες είναι η Μπρατισλάβα, η Βιέννη, η Βαρσοβία και άλλες.
Εμείς έχουμε προτείνει τη δημιουργία δικτύων πρασίνου, που θα προκύψουν από την ενοποίηση του πάρκου του Λευκού Πύργου, του Γ΄ Σώματος Στρατού, της ΔΕΘ, του πάρκου του ΑΠΘ, της Ευαγγελίστριας και θα φτάνουν μέχρι το Σέιχ Σου, αλλά και σε άλλες περιοχές, όπως η ένωση της Τούμπας με ένα διάδρομο πρασίνου με το περιαστικό δάσος και άλλα. Μεγάλη ελπίδα για την πόλη αποτελούν τα στρατόπεδα, τα οποία μπορούν να μετατραπούν σε μεγάλα πάρκα και να δώσουν σημαντικές ανάσες στους κατοίκους.
Επίσης, είχαμε προτείνει την ενοποίηση των περιαστικών δασών. Αυτό το σχέδιο θα ξεκινάει από τη Θέρμη και το Τριάδι, θα συνεχίζει μέχρι το Χορτιάτη, από εκεί θα περνάει στο Πανόραμα, το Ασβεστοχώρι, το καινούργιο 424 και το “Παπαγεωργίου” και θα περιλαμβάνει και τις αναδασώσεις του “Τιτάν”, του Ωραιοκάστρου και της Νεοχωρούδας. Την ίδια στιγμή, θα πρέπει να δημιουργηθούν δύο παράλληλες ζώνες πρασί
νου, κατά μήκος του Γαλλικού και του Δενδροποτάμου. Αυτό επειδή η Θεσσαλονίκη είναι εκτεθειμένη σε αιωρούμενα σωματίδια από τη βιομηχανική περιοχή, αλλά και σε σύννεφα σκόνης από τις καλλιέργειες ορυζώνων. Οι δύο αυτές ζώνες θα αποτελούσαν ένα ικανοποιητικό φίλτρο, που θα βελτίωνε σημαντικά την ποιότητα ζωής.
Ωστόσο αυτό που προέχει είναι η προστασία των περιαστικών δασών. Είναι επιτακτική η λήψη προληπτικών μέτρων, ώστε να μη δούμε στην πόλη σκηνές όπως εκείνες που διαδραματίστηκαν το περασμένο καλοκαίρι στην Αθήνα.
ΛΑΘΟΣ ΠΡΟΤΥΠΟ
Οι μικρότερες ελληνικές πόλεις, δηλαδή πλην Αθηνών και Θεσσαλονίκης, ακολουθούν τα χνάρια των μεγαλύτερων όσον αφορά τον τρόπο δόμησης: πολυκατοικίες-κουτιά, στενά πεζοδρόμια και σχεδόν καμία πρόβλεψη για τη δημιουργία πάρκων. Αυτό είναι πολύ θλιβερό για το μέλλον, γιατί βλέπουμε πως το πρότυπο αυτό δεν έχει λειτουργήσει για τις δύο μεγάλες πόλεις της χώρας.
Στην Αθήνα βέβαια η κατάσταση έχει βελτιωθεί. Αυτό ίσως οφείλεται στους Ολυμπιακούς Αγώνες, ίσως και στην γκρίνια των κατοίκων, μιας και οι Αθηναίοι είναι πιο ευαισθητοποιημένοι σε αυτόν τον τομέα από τους Θεσσαλονικείς. Πάντως, έχουν φροντίσει ιδιαιτέρως το κέντρο τους, το οποίο τα τελευταία χρόνια είναι πιο προσεγμένο. Το πράσινο είναι αρκετά περισσότερο, με τον Εθνικό Κήπο, την πλατεία Συντάγματος και την προσθήκη πρασίνου σε κεντρικές λεωφόρους να προστίθενται στους αρκετούς πνεύμονες που προϋπήρχαν. Επίσης, πολλοί Αθηναίοι έχουν πρασινίσει τις ταράτσες τους, κάτι που εδώ ακόμη το αγνοούμε. Βέβαια, καλό θα ήταν πρώτα να ασχοληθούμε με το έδαφος και κατόπιν με τις ταράτσες. Να προσέχουμε, σε πρώτη φάση, το δέντρο ή το θάμνο που βρίσκεται έξω από το σπίτι μας. Αυτή μπορεί να είναι η συμβολή του καθένα προσωπικά.
Οικοσυστήματα μέσα στην πόλη
Της Θεοδότας Νάντσου, συντονίστριας περιβαλλοντικής πολιτικής WWF Ελλάς
Ως οργάνωση δεν έχουμε πολλά στοιχεία για συγκεκριμένους πράσινους χώρους. Ωστόσο είναι αλήθεια και μπορούμε να πούμε ότι η κατάσταση στη Θεσσαλονίκη είναι ιδιαίτερα επιβαρημένη. Η Θεσσαλονίκη είναι μια μεγάλη πόλη, η οποία έχει το ευτύχημα να έχει ένα άνοιγμα στη θάλασσα, με αποτέλεσμα να μην πνίγεται, όπως θα γινόταν αν βρισκόταν κλεισμένη μέσα σε ορεινούς όγκους. Αυτό τη σώζει κατά κάποιον τρόπο, βοηθάει δηλαδή στη μη συγκέντρωση μεγάλης ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Σίγουρα, όμως, το σημαντικότερο ζήτημα για κάθε μεγάλη πόλη είναι να υπάρχουν μεγάλοι χώροι πρασίνου τόσο για την ποιότητα της ζωής των ίδιων των πολιτών, αφού είναι μεγάλη υπόθεση να μπορείς να πας τα παιδιά σου βόλτα σε ένα πάρκο, όσο και για την ποιότητα του αέρα.
Οι μητροπολιτικοί χώροι πρασίνου, όπως ο χώρος που ακούω ότι υπάρχει αίτημα να δημιουργηθεί όταν μετεγκατασταθεί η ΔΕΘ, θα είναι μια πολύ θετική εξέλιξη για την πόλη. Θα έχει, δηλαδή, ευεργετική συμβολή να φυτευτεί πράσινο εκεί όπου σήμερα δεν υπάρχει, το να μην κυκλοφορούν αυτοκίνητα, αλλά και να υπάρχει ένας χώρος που θα μπορούν να επισκέπτονται οι κάτοικοι.
Σήμερα στη Θεσσαλονίκη υπάρχει λίγο πράσινο, χωρίς αυτό να αποτελεί επιστημονική διαπίστωση από μέρους μου. Υπάρχουν αρκετές πόλεις στην Ελλάδα που είναι πνιγμένες. Σε αυτές συγκαταλέγονται η Θεσσαλονίκη, η Αθήνα, η Πάτρα και άλλες. Αυτό που χρειάζεται πρώτιστα είναι η προστασία των χώρων που ήδη υπάρχουν, των περιαστικών δασών της Θεσσαλονίκης, όπως το Σέιχ Σου. Αυτά θα πρέπει να προστατευθούν από πυρκαγιές, καταπάτηση, αλλά και από την υποβάθμιση των δέντρων, από ασθένειες και άλλες αιτίες.
Είναι απαραίτητο, όμως, να υπάρξουν και νέοι χώροι, κυρίως εκεί όπου βρίσκονται τα εγκαταλειμμένα στρατόπεδα. Αυτό είναι ένα μεγάλο ζήτημα σε πολλές πόλεις, όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη. Στρατόπεδα που έχουν εγκαταλειφθεί και αφήνουν ανεκμετάλλευτους μεγάλους χώρους είναι σημαντικό να μη δομηθούν. Θα πρέπει στη θέση τους να γίνουν πάρκα, πνεύμονες πρασίνου. Εκεί όπου σήμερα υπάρχουν χώροι αδόμητοι πρέπει να υπάρξει ένας σχεδιασμός να διαμορφωθούν, να φυτευτούν και να δοθούν στους κατοίκους ως χώροι αναψυχής. Να γίνει, έτσι, μια προσπάθεια να δημιουργηθούν οικοσυστήματα μέσα στην πόλη. Δεν είναι πολύ δύσκολο να γίνει αυτό. Δεν γίνεται, βέβαια, από τη μία ημέρα στην άλλη, ωστόσο μπορούν να δημιουργηθούν οικοσυστήματα που θα εκπλήττουν.
Είναι πολύ ιδιαίτερο να βλέπει κανείς έναν τσαλαπετεινό ή ένα γεράκι να πετάει μέσα στην πόλη. Κάτι τέτοιο συμβαίνει στο Ζάππειο, και μπορεί να γίνει και σε έναν τεχνητό χώρο πρασίνου. Είναι πάρα πολύ πιθανό, σε μερικά χρόνια, σε χώρους που σήμερα είναι μπαζότοποι ή παρατημένα στρατόπεδα με την κατάλληλη φροντίδα να βλέπουμε ζώα που παλαιότερα δεν πιστεύαμε ότι είναι δυνατό. Είναι πολύ χαλαρωτικό θέαμα για ανθρώπους αγχωμένους, πιεσμένους να έχουν τη δυνατότητα να γίνονται μάρτυρες ενός τέτοιου φαινομένου, είναι ένα φάρμακο.
Για παράδειγμα, εγώ πηγαίνω με τα παιδιά μου στο Άλσος Στρατού, στου Γουδή. Η φύση που βλέπουμε εκεί και η πανίδα που γνωρίζουμε αφήνει τα παιδιά μου άφωνα και πολύ χαρούμενα. Στην πόλη συνήθως περπατάμε με το κεφάλι σκυμμένο. Εκεί, όμως, περπατάμε με το κεφάλι ψηλά, γιατί θέλουμε να δούμε και να θαυμάσουμε τη φύση. Και είναι πολύ σημαντικό να επενδύσει μια δημοτική αρχή στη δημιουργία τέτοιων χώρων.
Στην Ελλάδα υπάρχουν πόλεις που είναι προικισμένες από τη φύση με ωραίους χώρους, βουνά, τόπους, όπως η Καστοριά ή τα Γιάννινα. Ωστόσο, δεν υπάρχει σταθερότητα στις δημοτικές ηγεσίες, με αποτέλεσμα να μην είναι εύκολη η ανάπτυξή τους: μπορεί ένας δήμαρχος να κάνει κάτι καλό και ο επόμενος να το αφήσει να καταρρεύσει. Δεν μπορώ, λοιπόν, να σκεφτώ μια πόλη πρότυπο. Το παράδειγμα της Λάρισας είναι πάρα πολύ θετικό. Εκεί δημιουργήθηκε το πάρκο Αλκαζάρ, από έναν υποβαθμισμένο χώρο, ο οποίος έγινε πάρκο. Τέτοιες περιπτώσεις είναι θετικές, και αυτή είναι η σωστή αντιμετώπιση. Σίγουρα στην Ελλάδα υπάρχουν πολλές ωραίες πόλεις και θα πρέπει να τις προστατεύσουμε. Έχει αξία η ομορφιά. Για παράδειγμα η ανακαίνιση των παλιών κτιρίων είναι μια οικολογική πράξη, περισσότερο από την κατεδάφισή τους και την αντικατάστασή τους με ένα νεόδμητο. Κάθε πόλη απαιτεί μια συλλογική διαχείριση, με κομβικό σημείο τη δημιουργία χώρων πρασίνου.
Να μη χαθούν όλοι οι ελεύθεροι χώροι
Του Ιωάννη Δ. Παντή, μέλους της Ένωσης Πολιτών Θεσσαλονίκης, καθηγητή Οικολογίας στο τμήμα Βιολογίας ΑΠΘ
Η Θεσσαλονίκη, με την απουσία εξειδικευμένης περιβαλλοντικής πολιτικής και χωρίς κάποιο σχεδιασμό για την διατήρηση και ανάπτυξη των χώρων πρασίνου, έχει το θλιβερό προνόμιο να συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές πόλεις με το λιγότερο κατά κεφαλή πράσινο, αφού η σχετική τιμή της είναι κάτω από 2,5 τετραγωνικά μέτρα ανά κάτοικο.
Η απουσία περιβαλλοντικού σχεδιασμού έχει ως αποτέλεσμα να χάνονται συνεχώς σημαντικές ευκαιρίες απαλλοτρίωσης κενών χώρων, που θα μπορούσαν τα τελευταία 20 χρόνια να έχουν αυξήσει κατά πολύ τους χώρους πρασίνου. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κάποιος ότι η απουσία περιβαλλοντικού σχεδιασμού δεν είναι έλλειμμα ικανότητας αλλά μια καλά κριμένη επιλογή των δημοτικών αρχών ενίσχυσης των οικοδομικών συμφερόντων, αφού οι κενοί αυτοί χώροι συχνά γίνονται αντικείμενα έντονων διεκδικήσεων από ιδιώτες και οργανωμένα οικοδομικά συγκροτήματα.
Η ιστορία αυτή συνεχίζεται επί δεκαετίες σε ολόκληρη την περιοχή της μείζονος Θεσσαλονίκης. Παρά τη συνεχώς αυξανόμενη κοινωνική ανάγκη για βελτίωση της ποιότητας ζωής, η Θεσσαλονίκη συνεχώς υποβαθμίζεται ως προς τα περιβαλλοντικά της χαρακτηριστικά. Η απόδοση στην τοπική αυτοδιοίκηση των στρατοπέδων που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης αποτελεί ίσως μια τελευταία ευκαιρία για την εφαρμογή ενός περιβαλλοντικού σχεδιασμού στην κλίμακα της μείζονος Θεσσαλονίκης που θα αλλάξει τόσο τη μορφή της πόλης όσο και τις συνθήκες ζωής των πολιτών της. Στο πλαίσιο αυτού του σχεδιασμού θα πρέπει όλα τα στρατόπεδα να δοθούν για την ανάπτυξη πρασίνου και εν συνεχεία να συνδεθούν τόσο μεταξύ τους όσο και με το δάσος του Σεΐχ Σου με πράσινους διαδρόμους, δημιουργώντας ένα δίκτυο περιοχών πρασίνου που να μπορούν οι πολίτες να επισκέπτονται περπατώντας ή διασχίζοντάς τες με ποδήλατα κατά το πρότυπο της ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας. Είναι αυτή η πρόταση σήμερα εφικτή ή αποτελεί μια ουτοπική φαντασίωση; Η επιστημονική γνώση υπάρχει, οι χώροι (τα στρατόπεδα) έχουν ήδη προσφερθεί. Εκείνο που λείπει είναι ο σχεδιασμός και η βούληση να βελτιώσουμε την ποιότητα ζωής μας. Ας ελπίσουμε ότι αυτή η τελευταία ευκαιρία δεν θα χαθεί πάλι στο βωμό του κέρδους των οικοδομικών συμφερόντων και των δήθεν αναπτυξιακών σχεδίων.
Να μη χαθούν όλοι οι ελεύθεροι χώροι
Του Ιωάννη Δ. Παντή, μέλους της Ένωσης Πολιτών Θεσσαλονίκης, καθηγητή Οικολογίας στο τμήμα Βιολογίας ΑΠΘ
Η Θεσσαλονίκη, με την απουσία εξειδικευμένης περιβαλλοντικής πολιτικής και χωρίς κάποιο σχεδιασμό για την διατήρηση και ανάπτυξη των χώρων πρασίνου, έχει το θλιβερό προνόμιο να συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές πόλεις με το λιγότερο κατά κεφαλή πράσινο, αφού η σχετική τιμή της είναι κάτω από 2,5 τετραγωνικά μέτρα ανά κάτοικο.
Η απουσία περιβαλλοντικού σχεδιασμού έχει ως αποτέλεσμα να χάνονται συνεχώς σημαντικές ευκαιρίες απαλλοτρίωσης κενών χώρων, που θα μπορούσαν τα τελευταία 20 χρόνια να έχουν αυξήσει κατά πολύ τους χώρους πρασίνου. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κάποιος ότι η απουσία περιβαλλοντικού σχεδιασμού δεν είναι έλλειμμα ικανότητας αλλά μια καλά κριμένη επιλογή των δημοτικών αρχών ενίσχυσης των οικοδομικών συμφερόντων, αφού οι κενοί αυτοί χώροι συχνά γίνονται αντικείμενα έντονων διεκδικήσεων από ιδιώτες και οργανωμένα οικοδομικά συγκροτήματα.
Η ιστορία αυτή συνεχίζεται επί δεκαετίες σε ολόκληρη την περιοχή της μείζονος Θεσσαλονίκης. Παρά τη συνεχώς αυξανόμενη κοινωνική ανάγκη για βελτίωση της ποιότητας ζωής, η Θεσσαλονίκη συνεχώς υποβαθμίζεται ως προς τα περιβαλλοντικά της χαρακτηριστικά. Η απόδοση στην τοπική αυτοδιοίκηση των στρατοπέδων που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης αποτελεί ίσως μια τελευταία ευκαιρία για την εφαρμογή ενός περιβαλλοντικού σχεδιασμού στην κλίμακα της μείζονος Θεσσαλονίκης που θα αλλάξει τόσο τη μορφή της πόλης όσο και τις συνθήκες ζωής των πολιτών της. Στο πλαίσιο αυτού του σχεδιασμού θα πρέπει όλα τα στρατόπεδα να δοθούν για την ανάπτυξη πρασίνου και εν συνεχεία να συνδεθούν τόσο μεταξύ τους όσο και με το δάσος του Σεΐχ Σου με πράσινους διαδρόμους, δημιουργώντας ένα δίκτυο περιοχών πρασίνου που να μπορούν οι πολίτες να επισκέπτονται περπατώντας ή διασχίζοντάς τες με ποδήλατα κατά το πρότυπο της ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας. Είναι αυτή η πρόταση σήμερα εφικτή ή αποτελεί μια ουτοπική φαντασίωση; Η επιστημονική γνώση υπάρχει, οι χώροι (τα στρατόπεδα) έχουν ήδη προσφερθεί. Εκείνο που λείπει είναι ο σχεδιασμός και η βούληση να βελτιώσουμε την ποιότητα ζωής μας. Ας ελπίσουμε ότι αυτή η τελευταία ευκαιρία δεν θα χαθεί πάλι στο βωμό του κέρδους των οικοδομικών συμφερόντων και των δήθεν αναπτυξιακών σχεδίων.
Πηγή Μακεδονία
1 Comment »
Leave a comment
You must be logged in to post a comment.



Δεν στέλνει κάποιος αυτό το σοβαρό άρθρο με επιστημονικές και τεκμηριωμένες απόψεις στον κύριο του Αγγελιοφόρου μπας και πάρει πρέφα τι γίνεται;;;